Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asseoir
01
κάθομαι, παίρνω θέση
prendre place en position assise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
assois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
asseyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assoirai
ενεστώτα μετοχή
asseyant
παθητική μετοχή
assis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
asseyions
Παραδείγματα
Ils se sont assis pour écouter la conférence.
Κάθισαν για να ακούσουν τη διάλεξη.
02
εγκαθιστώ, ιδρύω
établir fermement, fonder quelque chose
Παραδείγματα
Ce monument a été assis il y a plusieurs siècles.
03
τοποθετώ, βάζω
placer ou disposer quelque chose solidement
Παραδείγματα
Ils ont assis la machine dans l' atelier.
Τοποθέτησαν το μηχάνημα στο εργαστήριο.
04
καθίζω, τοποθετώ καθισμένο
faire prendre place à quelqu'un en position assise
Παραδείγματα
Nous avons assis les invités avant le dîner.
Καθίσαμε τους καλεσμένους πριν από το δείπνο.



























