assister
a
a
a
ssis
sis
sis
ter
te
te
assignerassiéger

Ορισμός και σημασία του "assister"στα γαλλικά

assister
01

παρακολουθώ, παρίσταμαι

être présent à un événement ou une activité 
assister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
assiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
assistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assisterai
ενεστώτα μετοχή
assistant
παθητική μετοχή
assisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
assistions
Παραδείγματα
J'ai assisté à la conférence hier. 

Παρακολούθησα τη διάσκεψη χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store