Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'amour
[gender: masculine]
01
αγάπη, στοργή
passion ou attachement pour quelque chose ou quelqu'un, sans connotation romantique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amours
Παραδείγματα
Il cultive son amour du sport depuis l' enfance.
Καλλιεργεί την αγάπη του για τον αθλητισμό από την παιδική του ηλικία.
02
αγάπη, ερωτευμένος
attirance ou désir romantique pour quelqu'un
Παραδείγματα
L' amour romantique peut être aveugle.
Η ρομαντική αγάπη μπορεί να είναι τυφλή.
03
αγαπημένος, αγαπημένη
personne pour laquelle on ressent de l'affection ou de l'amour romantique
Παραδείγματα
Il pense toujours à son amour perdu.
Σκέφτεται πάντα την χαμένη του αγάπη.
04
αγάπη, στοργή
sentiment intense d'affection et d'attachement envers quelqu'un
Παραδείγματα
L' amour entre amis est précieux.
Η αγάπη μεταξύ φίλων είναι πολύτιμη.
05
ζευγάρωμα, αναπαραγωγή
action de se reproduire ou de s'accoupler chez les animaux
Παραδείγματα
Le comportement d' amour des animaux varie selon l' espèce.
Η συμπεριφορά ζευγαρώματος των ζώων ποικίλλει ανάλογα με το είδος.



























