Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adapter
01
προσαρμόζω, προσαρμόζομαι
changer pour aller bien avec une situation nouvelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
adapte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
adaptons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
adapterai
ενεστώτα μετοχή
adaptant
παθητική μετοχή
adapté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
adaptions
Παραδείγματα
Il faut s'adapter à un nouvel environnement.
Πρέπει να προσαρμοστείς σε ένα νέο περιβάλλον.
02
προσαρμόζω, μεταποιώ
transformer une œuvre pour un autre format (film, théâtre, etc.)
Παραδείγματα
Le réalisateur a adapté un roman célèbre.
Ο σκηνοθέτης προσάρμοσε ένα διάσημο μυθιστόρημα.
03
προσαρμόζω
changer quelque chose pour qu'il convienne à un but ou une situation
Παραδείγματα
Il faut adapter ce texte pour les enfants.
Πρέπει να προσαρμόσετε αυτό το κείμενο για παιδιά.



























