Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adapter
01
προσαρμόζω, προσαρμόζομαι
changer pour aller bien avec une situation nouvelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
adapte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
adaptons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
adapterai
ενεστώτα μετοχή
adaptant
παθητική μετοχή
adapté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
adaptions
Παραδείγματα
Il s' adapte bien à la vie en ville.
Προσαρμόζεται καλά στη ζωή στην πόλη.
02
προσαρμόζω, μεταποιώ
transformer une œuvre pour un autre format (film, théâtre, etc.)
Παραδείγματα
On va adapter ce manga en série télévisée.
Πρόκειται να προσαρμόσουν αυτό το manga σε τηλεοπτική σειρά.
03
προσαρμόζω
changer quelque chose pour qu'il convienne à un but ou une situation
Παραδείγματα
Il a adapté sa tenue au climat chaud.
Προσάρμοσε τη στολή του στο ζεστό κλίμα.



























