l'addition
addition
ad͡zisjɔ̃
adzisyaw
adductionadoptionaddiction

Ορισμός και σημασία του "addition"στα γαλλικά

01

ο λογαριασμός, το απόδειγμα

le total à payer dans un restaurant ou un magasin 
l'addition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
additions
Παραδείγματα
Le serveur a apporté l'addition rapidement. 

Ο σερβιτόρος έφερε τον λογαριασμό γρήγορα.

02

πρόσθεση, άθροιση

opération mathématique qui consiste à ajouter des nombres 
l'addition definition and meaning
Παραδείγματα
L'addition de deux et trois donne cinq. 

Η πρόσθεση δύο και τριών δίνει πέντε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

addition
add
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store