Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adaptable
01
προσαρμοστικός, ευέλικτος
capable de changer de comportement ou de méthode selon les circonstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus adaptable
συγκριτικός βαθμός
plus adaptable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adaptable
αρσενικό πληθυντικό
adaptables
θηλυκό ενικό
adaptable
θηλυκό πληθυντικό
adaptables
Παραδείγματα
Elle est très adaptable et s'entend bien avec tout le monde.
Είναι πολύ προσαρμοστική και τα πάει καλά με όλους.
02
προσαρμόσιμος, ρυθμιζόμενος
pouvant être ajusté ou transformé pour répondre à un besoin spécifique
Παραδείγματα
Ce logiciel est adaptable aux besoins de chaque entreprise.
Αυτό το λογισμικό είναι προσαρμόσιμο στις ανάγκες κάθε εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
adaptable
adapt



























