Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acquérir
01
αποκτώ, κερδίζω
obtenir progressivement une compétence, une connaissance ou une habitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
acquiers
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
acquérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
acquerrai
ενεστώτα μετοχή
acquérant
παθητική μετοχή
acquis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
acquérions
Παραδείγματα
J' ai acquis une grande patience grâce à ce travail.
Απέκτησα μεγάλη υπομονή χάρη σε αυτή τη δουλειά.
02
αποκτώ, αποκτώ
devenir propriétaire de quelque chose, l'obtenir par achat ou échange
Παραδείγματα
J' ai acquis ce livre lors d' une vente aux enchères.
Απέκτησα αυτό το βιβλίο σε μια δημοπρασία.
03
κερδίζω, αποκτώ
obtenir ou mériter l'affection, la confiance ou l'estime de quelqu'un
Παραδείγματα
J' ai acquis l' amitié de mes voisins.
Απέκτησα τη φιλία των γειτόνων μου.



























