l'ac
ac
ak
ακ
me
με
buéenierpuerjosé

Ορισμός και σημασία του "acmé"στα γαλλικά

01

κορύφωση, ακμή

moment le plus intense, le plus fort ou le plus élevé d'une action, d'un sentiment, d'une carrière ou d'une histoire ; point culminant 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acmés
Παραδείγματα
Le film atteint son acmé lors de la confrontation finale. 

Η ταινία φτάνει στο κορύφωμά της κατά τη διάρκεια της τελικής αντιπαράθεσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store