Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'acmé
01
κορύφωση, ακμή
moment le plus intense, le plus fort ou le plus élevé d'une action, d'un sentiment, d'une carrière ou d'une histoire ; point culminant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acmés
Παραδείγματα
Le film atteint son acmé lors de la confrontation finale.
Η ταινία φτάνει στο κορύφωμά της κατά τη διάρκεια της τελικής αντιπαράθεσης.
LanGeek



























