l'acquisition
acquisition
akizisjɔ̃
akizisyaw

Ορισμός και σημασία του "acquisition"στα γαλλικά

01

απόκτηση, αγορά

action d'obtenir, d'acheter ou de recevoir quelque chose 
l'acquisition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
acquisitions
Παραδείγματα
L'acquisition de nouvelles compétences est essentielle pour progresser. 

Η απόκτηση νέων δεξιοτήτων είναι απαραίτητη για την πρόοδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

acquisition
acquire
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store