Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'acquisition
01
απόκτηση, αγορά
action d'obtenir, d'acheter ou de recevoir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
acquisitions
Παραδείγματα
L' acquisition de connaissances demande du temps et de la patience.
Η απόκτηση γνώσης απαιτεί χρόνο και υπομονή.



























