l'acrylique
Pronunciation
/akʀilik/

Ορισμός και σημασία του "acrylique"στα γαλλικά

L'acrylique
[gender: masculine]
01

ακρυλικό, ακρυλική ίνα

fibre synthétique ou peinture à base de résine acrylique, utilisée pour les vêtements, les accessoires ou les œuvres d'art
l'acrylique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les tableaux réalisés à l' acrylique sont vibrants en couleur.
Οι πίνακες που φτιάχνονται με ακρυλικό είναι ζωντανοί στο χρώμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store