Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'acte
01
πράξη, δράση
action accomplie par une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
actes
Παραδείγματα
Son acte de courage a été salué par tous.
Η πράξη του θάρρους επαινέθηκε από όλους.
02
πράξη, μέρος
division d'une pièce de théâtre ou d'un spectacle
Παραδείγματα
La pièce se compose de trois actes.
Το έργο αποτελείται από τρεις πράξεις.



























