l'acte
Pronunciation
/akt/

Ορισμός και σημασία του "acte"στα γαλλικά

01

πράξη, δράση

action accomplie par une personne
l'acte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
actes
Παραδείγματα
L' acte de signer le contrat officialise l' accord.
Η πράξη της υπογραφής της σύμβασης καθιστά επίσημη τη συμφωνία.
02

πράξη, μέρος

division d'une pièce de théâtre ou d'un spectacle
Παραδείγματα
La mise en scène change à chaque acte de la pièce.
Η σκηνοθεσία αλλάζει σε κάθε πράξη του έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store