l'acte
acte
akt
akt
tacttractexact

Ορισμός και σημασία του "acte"στα γαλλικά

01

πράξη, δράση

action accomplie par une personne 
l'acte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
actes
Παραδείγματα
Son acte de courage a été salué par tous. 

Η πράξη του θάρρους επαινέθηκε από όλους.

02

πράξη, μέρος

division d'une pièce de théâtre ou d'un spectacle 
Παραδείγματα
La pièce se compose de trois actes. 

Το έργο αποτελείται από τρεις πράξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store