acquitté
Pronunciation
/akite/

Ορισμός και σημασία του "acquitté"στα γαλλικά

01

αθωωμένος, απαλλαγμένος από κατηγορίες

qui a été déclaré non coupable par un tribunal
acquitté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acquitté
αρσενικό πληθυντικό
acquittés
θηλυκό ενικό
acquittée
θηλυκό πληθυντικό
acquittées
Παραδείγματα
L' avocat a réussi à faire acquitter son client.
Ο δικηγόρος κατάφερε να κάνει τον πελάτη του αθωωθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store