Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accompagnement
01
συνοδεία, υποστήριξη
fait d'accompagner quelqu'un ou quelque chose, présence ou soutien à quelqu'un ou à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle a apprécié l'accompagnement de ses amis pendant le voyage.
Εκτίμησε τη συνοδεία των φίλων της κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
02
συνοδευτικό, παρέα
plat ou aliment servi en complément du plat principal pour l'accompagner
Παραδείγματα
Les légumes sont un bon accompagnement pour le poulet rôti.
Τα λαχανικά είναι ένα καλό συνοδευτικό για το ψητό κοτόπουλο.



























