inquietar

Ορισμός και σημασία του "inquietar"στα ισπανικά

inquietar
01

αναστατώνω, ταράζω

causar nerviosismo, ira o intranquilidad en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
inquieto
γ΄ ενικό πρόσωπο
inquieta
ενεστώτα μετοχή
inquietando
απλός αόριστος
inquietó
παθητική μετοχή
inquietado
Παραδείγματα
Las noticias falsas inquietan a la población.
Οι ψευδείς ειδήσεις ανησυχούν τον πληθυσμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store