Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquietar
01
αναστατώνω, ταράζω
causar nerviosismo, ira o intranquilidad en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
inquieto
γ΄ ενικό πρόσωπο
inquieta
ενεστώτα μετοχή
inquietando
απλός αόριστος
inquietó
παθητική μετοχή
inquietado
Παραδείγματα
El anuncio oficial no calmó, sino que inquietó aún más a los inversores.
Η επίσημη ανακοίνωση δεν ηρέμησε, αλλά ανησύχησε ακόμη περισσότερο τους επενδυτές.



























