Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El inocente
01
αθώος, αθώο άτομο
persona que no ha cometido ningún delito ni falta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inocentes
Παραδείγματα
El juez declaró al acusado como inocente.
Ο δικαστής κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο.
inocente
01
αθώος, αγνός
que no tiene malicia o culpa; puro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inocente
συγκριτικός βαθμός
más inocente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inocente
αρσενικό πληθυντικό
inocentes
θηλυκό ενικό
inocente
θηλυκό πληθυντικό
inocentes
Παραδείγματα
El niño parecía completamente inocente.
Το παιδί φαινόταν εντελώς αθώο.



























