el inodoro
i
i
i
no
no
no
do
ˈðo
dho
ro
ɾo
ro
sonoroclorotoroloro

Ορισμός και σημασία του "inodoro"στα ισπανικά

01

τουαλέτα, αποχωρητήριο

sanitario que se usa para evacuar desechos humanos 
el inodoro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inodoros
Παραδείγματα
El inodoro está limpio. 

Η τουαλέτα είναι καθαρή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store