Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquietante
01
ανησυχητικός, ενοχλητικός
que provoca preocupación o temor
Παραδείγματα
La noticia tuvo un efecto inquietante en la comunidad.
Η είδηση είχε ανησυχητική επίδραση στην κοινότητα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανησυχητικός, ενοχλητικός