Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquieto
01
ανήσυχος
que siente preocupación o angustia por algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inquieto
συγκριτικός βαθμός
más inquieto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inquieto
αρσενικό πληθυντικό
inquietos
θηλυκό ενικό
inquieta
θηλυκό πληθυντικό
inquietas
Παραδείγματα
Él estaba inquieto pensando en el futuro.
Ήταν ανήσυχος σκεπτόμενος το μέλλον.
02
ανήσυχος, ανήρεστος
que no puede estar tranquilo o quieto
Παραδείγματα
El público estaba inquieto por la demora.
Το κοινό ήταν ανήσυχο λόγω της καθυστέρησης.



























