Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquietante
01
ανησυχητικός, ενοχλητικός
que provoca preocupación o temor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inquietante
συγκριτικός βαθμός
más inquietante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inquietante
αρσενικό πληθυντικό
inquietantes
θηλυκό ενικό
inquietante
θηλυκό πληθυντικό
inquietantes
Παραδείγματα
La película era inquietante y difícil de ver.
Η ταινία ήταν ανησυχητική και δύσκολη να παρακολουθήσει κανείς.



























