Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquietante
01
ανησυχητικός, ενοχλητικός
que provoca preocupación o temor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inquietante
συγκριτικός βαθμός
más inquietante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inquietante
αρσενικό πληθυντικό
inquietantes
θηλυκό ενικό
inquietante
θηλυκό πληθυντικό
inquietantes
Παραδείγματα
La noticia tuvo un efecto inquietante en la comunidad.
Η είδηση είχε ανησυχητική επίδραση στην κοινότητα.



























