Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incriminar
01
ενοχοποιώ, κατηγορώ
acusar o presentar pruebas contra alguien para hacerlo parecer culpable de un delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
incrimino
γ΄ ενικό πρόσωπο
incrimina
ενεστώτα μετοχή
incriminando
απλός αόριστος
incriminó
παθητική μετοχή
incriminado
Παραδείγματα
El testigo no quería hablar para no incriminar a su amigo.
Ο μάρτυρας δεν ήθελε να μιλήσει για να μην κατηγορήσει τον φίλο του.



























