Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incrementar
01
αυξάνω
hacer que algo aumente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
incremento
γ΄ ενικό πρόσωπο
incrementa
ενεστώτα μετοχή
incrementando
απλός αόριστος
incrementé
παθητική μετοχή
incrementado
Παραδείγματα
Quieren incrementar la producción este año.
Θέλουν να αυξήσουν την παραγωγή φέτος.



























