Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incrementar
01
αυξάνω
hacer que algo aumente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
incremento
γ΄ ενικό πρόσωπο
incrementa
ενεστώτα μετοχή
incrementando
απλός αόριστος
incrementé
παθητική μετοχή
incrementado
Παραδείγματα
Los precios incrementaron debido a la inflación.
Οι τιμές αυξήθηκαν λόγω του πληθωρισμού.



























