incumplir

Ορισμός και σημασία του "incumplir"στα ισπανικά

incumplir
01

παραβαίνω, δεν εκπληρώνω

no respetar o no llevar a cabo lo que se prometió o se estableció
incumplir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
incumplo
γ΄ ενικό πρόσωπο
incumple
ενεστώτα μετοχή
incumpliendo
απλός αόριστος
incumplió
παθητική μετοχή
incumplido
Παραδείγματα
Incumplió las normas del colegio varias veces.
Παραβίασε τους κανόνες του σχολείου αρκετές φορές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store