Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incómodo
01
άβολος, ανήσυχος
que debe una sensación física de malestar o falta de comodidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más incómodo
συγκριτικός βαθμός
más incómodo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incómodo
αρσενικό πληθυντικό
incómodos
θηλυκό ενικό
incómoda
θηλυκό πληθυντικό
incómodas
Παραδείγματα
Esta silla es muy incómoda para escribir.
02
αμήχανος
en una situación social que causa vergüenza, tensión o dificultad
Παραδείγματα
Fue una situación incómoda para todos los presentes.
Ήταν μια αμήχανη κατάσταση για όλους τους παρόντες.
03
άβολος, δυσάρεστος
que causa malestar emocional o genera incomodidad
Παραδείγματα
El silencio incómodo llenó la habitación.
Η αμήχανη σιωπή γέμισε το δωμάτιο.



























