Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fracasar
01
αποτυγχάνω, αποτυχαίνω
no tener éxito en un proyecto, actividad o intención
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fracaso
γ΄ ενικό πρόσωπο
fracasa
ενεστώτα μετοχή
fracasando
απλός αόριστος
fracasó
παθητική μετοχή
fracasado
Παραδείγματα
Muchos negocios fracasan durante los primeros años.
Πολλές επιχειρήσεις αποτυγχάνουν κατά τα πρώτα χρόνια.



























