el fotocopiadora
fo
fo
φο
to
to
το
cop
kop
κοπ
ia
ja
γα
do
ˈðo
δο
ra
ɾa
ρα
biotecnologíamarroquineríahipermetropíaautobiografía

Ορισμός και σημασία του "fotocopiadora"στα ισπανικά

El fotocopiadora
01

φωτοτυπικό μηχάνημα, αντιγραφικό μηχάνημα

máquina que permite hacer copias de documentos o imágenes en papel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fotocopiadoras
Παραδείγματα
La oficina compró una nueva fotocopiadora. 

Το γραφείο αγόρασε ένα νέο φωτοτυπικό μηχάνημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store