Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fotocopiadora
01
φωτοτυπικό μηχάνημα, αντιγραφικό μηχάνημα
máquina que permite hacer copias de documentos o imágenes en papel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fotocopiadoras
Παραδείγματα
El técnico reparó la fotocopiadora esta mañana.
Ο τεχνικός επισκεύασε το φωτοτυπικό μηχάνημα σήμερα το πρωί.



























