Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fotografiar
01
φωτογραφίζω, παίρνω φωτογραφία
tomar una foto con una cámara
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
fotografío
γ΄ ενικό πρόσωπο
fotografía
ενεστώτα μετοχή
fotografiando
απλός αόριστος
fotografié
παθητική μετοχή
fotografiado
Παραδείγματα
Me gusta fotografiar paisajes.
Μου αρέσει να φωτογραφίζω τοπία.



























