Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fracturar
01
σπάω, σπάζω
romperse un hueso del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fracturo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fractura
ενεστώτα μετοχή
fracturando
απλός αόριστος
me fracturé
παθητική μετοχή
fracturado
Παραδείγματα
Me fracturé el brazo jugando fútbol.
Σπάσα το χέρι μου παίζοντας ποδόσφαιρο.



























