Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fragilidad
01
ευθραυστότητα, ευαισθησία
cualidad de ser fácil de romper o dañar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La fragilidad del vidrio es evidente.
Η ευθραυστότητα του γυαλιού είναι εμφανής.
LanGeek



























