Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fracturar
01
σπάω, σπάζω
romperse un hueso del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fracturo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fractura
ενεστώτα μετοχή
fracturando
απλός αόριστος
me fracturé
παθητική μετοχή
fracturado
Παραδείγματα
Mi hermano se fracturó el dedo ayer.
Ο αδελφός μου έσπασε το δάχτυλό του χθες.



























