Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
domar
01
δαμάζω, εκπαιδεύω
acostumbrar o entrenar a un animal para que obedezca
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
domo
γ΄ ενικό πρόσωπο
doma
ενεστώτα μετοχή
domando
απλός αόριστος
domó
παθητική μετοχή
domado
Παραδείγματα
Domaron a los caballos para trabajar en la granja.
Εξημέρωσαν τα άλογα για να εργαστούν στο αγρόκτημα.
02
δαμάζω, ελέγχω
ejercer control o dominar algo difícil de manejar
Παραδείγματα
Domó su fuerza para no lastimar a nadie.
Δάμασε τη δύναμή του για να μην τραυματίσει κανέναν.



























