doloroso
do
do
do
lor
ˈloɾ
lor
o
o
o
so
so
so
doloso

Ορισμός και σημασία του "doloroso"στα ισπανικά

01

επώδυνος

que causa dolor físico o emocional 
doloroso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más doloroso
συγκριτικός βαθμός
más doloroso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
doloroso
αρσενικό πληθυντικό
dolorosos
θηλυκό ενικό
dolorosa
θηλυκό πληθυντικό
dolorosas
Παραδείγματα
La caída le produjo un golpe doloroso en la pierna. 

Η πτώση του προκάλεσε ένα επώδυνο χτύπημα στο πόδι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store