el dolor
Pronunciation
/dolˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "dolor"στα ισπανικά

01

πόνος, ταλαιπωρία

sensación desagradable que indica daño o malestar en el cuerpo
el dolor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dolores
Παραδείγματα
El paciente tiene dolor después de la operación.
Ο ασθενής έχει πόνο μετά την εγχείριση.
02

πόνος, ταλαιπωρία

sufrimiento o angustia emocional
Παραδείγματα
Hablar sobre el tema le alivió algo del dolor.
Το να μιλάει για το θέμα ανακούφισε κάποιο από τον πόνο του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store