Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El dolor
01
πόνος, ταλαιπωρία
sensación desagradable que indica daño o malestar en el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dolores
Παραδείγματα
El paciente tiene dolor después de la operación.
Ο ασθενής έχει πόνο μετά την εγχείριση.
02
πόνος, ταλαιπωρία
sufrimiento o angustia emocional
Παραδείγματα
Hablar sobre el tema le alivió algo del dolor.
Το να μιλάει για το θέμα ανακούφισε κάποιο από τον πόνο του.



























