Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
domesticado
01
εξημερωμένος, εξοικειωμένος
que ha sido adaptado por el ser humano para vivir en compañía o bajo su control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más domesticado
συγκριτικός βαθμός
más domesticado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
domesticado
αρσενικό πληθυντικό
domesticados
θηλυκό ενικό
domesticada
θηλυκό πληθυντικό
domesticadas
Παραδείγματα
Los camellos domesticados se utilizan en el desierto.
Οι εξημερωμένοι καμήλες χρησιμοποιούνται στην έρημο.



























