Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El domingo
[gender: masculine]
01
Κυριακή
día de la semana que sigue al sábado y precede al lunes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
domingos
Παραδείγματα
El domingo termina el fin de semana.
Κυριακή σηματοδοτεί το τέλος του σαββατοκύριακου.
02
χαρτζιλίκι, εβδομαδιαία ανταμοιβή
cantidad de dinero que se da regularmente a los niños como gasto personal o recompensa semanal
Παραδείγματα
Mis papás no me dan domingo.



























