Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doler
01
πονάω
causar dolor o molestia en alguna parte del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
duelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
duele
ενεστώτα μετοχή
doliendo
απλός αόριστος
dolí
παθητική μετοχή
dolido
Παραδείγματα
Me duele la cabeza.
Doler με πονάει το κεφάλι.
02
πληγώνω, ενοχλώ
causar un resentimiento o molestia persistentes y dolorosos
Παραδείγματα
Su comentario despectivo todavía me duele años después.
Το περιφρονητικό του σχόλιο με πονάει ακόμα χρόνια αργότερα.



























