Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doler
01
πονάω
causar dolor o molestia en alguna parte del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
duelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
duele
ενεστώτα μετοχή
doliendo
απλός αόριστος
dolí
παθητική μετοχή
dolido
Παραδείγματα
Me duelen los dientes después de la comida.
Πονάω πονάνε τα δόντια μου μετά το γεύμα.
02
πληγώνω, ενοχλώ
causar un resentimiento o molestia persistentes y dolorosos
Παραδείγματα
¿ Te duele todavía que no te invitaran a la fiesta?
Σου πονάει ακόμα που δεν σε προσκάλεσαν στο πάρτι;



























