doler
do
do
do
ler
ˈleɾ
ler
dolor

Ορισμός και σημασία του "doler"στα ισπανικά

01

πονάω

causar dolor o molestia en alguna parte del cuerpo 
doler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
duelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
duele
ενεστώτα μετοχή
doliendo
απλός αόριστος
dolí
παθητική μετοχή
dolido
Παραδείγματα
Me duele la cabeza. 

Doler με πονάει το κεφάλι.

02

πληγώνω, ενοχλώ

causar un resentimiento o molestia persistentes y dolorosos 
Παραδείγματα
Su comentario despectivo todavía me duele años después. 

Το περιφρονητικό του σχόλιο με πονάει ακόμα χρόνια αργότερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store