Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acentuar
01
τονίζω, υπογραμμίζω
dar énfasis o importancia a algo
Παραδείγματα
El informe acentúa la importancia de la educación.
Η έκθεση τονίζει τη σημασία της εκπαίδευσης.
02
τονίζω, δίνω έμφαση
dar énfasis a una sílaba en la pronunciación de una palabra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acentúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acentúa
ενεστώτα μετοχή
acentuando
απλός αόριστος
acentuó
παθητική μετοχή
acentuado
Παραδείγματα
Debes acentuar correctamente cada palabra al leer.
Πρέπει να τονίζετε σωστά κάθε λέξη κατά την ανάγνωση.
03
τονίζομαι
tomar o recibir el acento prosódico una sílaba o palabra
Παραδείγματα
En esta palabra, la última sílaba se acentúa.
Σε αυτή τη λέξη, η τελευταία συλλαβή τονίζεται.
04
εντείνομαι, γίνομαι πιο εμφανής
hacerse más evidente o destacado un rasgo o situación
Παραδείγματα
El problema se acentuó con el paso del tiempo.
Το πρόβλημα έγινε πιο εμφανές με την πάροδο του χρόνου.



























