Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aceptado
01
αποδεκτός, εγκεκριμένος
que ha sido aprobado o reconocido como válido o correcto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más aceptado
συγκριτικός βαθμός
más aceptado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aceptado
αρσενικό πληθυντικό
aceptados
θηλυκό ενικό
aceptada
θηλυκό πληθυντικό
aceptadas
Παραδείγματα
El cambio de horario fue aceptado por todos.
Η αλλαγή του ωραρίου έγινε αποδεκτή από όλους.



























