Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aceptado
01
αποδεκτός, εγκεκριμένος
que ha sido aprobado o reconocido como válido o correcto
Παραδείγματα
El cambio de horario fue aceptado por todos.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποδεκτός, εγκεκριμένος