Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acentuar
01
τονίζω, υπογραμμίζω
dar énfasis o importancia a algo
Παραδείγματα
El discurso acentuó la necesidad de cambios urgentes.
Η ομιλία τόνισε την ανάγκη για επείγουσες αλλαγές.
02
τονίζω, δίνω έμφαση
dar énfasis a una sílaba en la pronunciación de una palabra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acentúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acentúa
ενεστώτα μετοχή
acentuando
απλός αόριστος
acentuó
παθητική μετοχή
acentuado
Παραδείγματα
Es importante acentuar bien para evitar confusiones.
Είναι σημαντικό να τονίζουμε σωστά για να αποφύγουμε συγχύσεις.
03
τονίζομαι
tomar o recibir el acento prosódico una sílaba o palabra
Παραδείγματα
No todas las palabras se acentúan en la misma posición.
Δεν τονίζονται όλες οι λέξεις στην ίδια θέση.
04
εντείνομαι, γίνομαι πιο εμφανής
hacerse más evidente o destacado un rasgo o situación
Παραδείγματα
El contraste de colores se acentúa con la luz.
Η αντίθεση των χρωμάτων εντείνεται με το φως.



























