desolador
de
de
ντε
so
so
σο
la
la
λα
dor
ˈðoɾ
δορ
destilador

Ορισμός και σημασία του "desolador"στα ισπανικά

01

καταθλιπτικός, καταστροφικός

que produce tristeza, destrucción o abandono 
desolador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desolador
συγκριτικός βαθμός
más desolador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desolador
αρσενικό πληθυντικό
desoladores
θηλυκό ενικό
desoladora
θηλυκό πληθυντικό
desoladoras
θεματικό πεδίο
emoción, situación, efecto
Παραδείγματα
La noticia tuvo un efecto desolador en la comunidad. 

Η είδηση είχε καταστροφικό αντίκτυπο στην κοινότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store