Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desolador
01
καταθλιπτικός, καταστροφικός
que produce tristeza, destrucción o abandono
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desolador
συγκριτικός βαθμός
más desolador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desolador
αρσενικό πληθυντικό
desoladores
θηλυκό ενικό
desoladora
θηλυκό πληθυντικό
desoladoras
Παραδείγματα
El resultado de la crisis económica fue desolador.
Το αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης ήταν καταστροφικό.



























