Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desordenar
01
ανακατεύω, αναστατώνω
poner algo fuera de orden o en desorden
Παραδείγματα
Al mover los muebles, desordenaron toda la habitación.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανακατεύω, αναστατώνω