Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desorden
01
αταξία, χάος
falta de orden u organización ; situación caótica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desórdenes
Παραδείγματα
El desorden en la habitación era evidente.
Η αταξία στο δωμάτιο ήταν εμφανής.
02
διαταραχή, αταξία
alteración del funcionamiento normal del cuerpo o de la mente
Παραδείγματα
Le diagnosticaron un desorden hormonal.
Διαγνώστηκε με μια ορμονική διαταραχή.



























