desocupado

Ορισμός και σημασία του "desocupado"στα ισπανικά

desocupado
01

άνεργος, χωρίς εργασία

sin trabajo remunerado
desocupado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desocupado
συγκριτικός βαθμός
más desocupado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desocupado
αρσενικό πληθυντικό
desocupados
θηλυκό ενικό
desocupada
θηλυκό πληθυντικό
desocupadas
Παραδείγματα
Recibe una prestación por estar desocupado.
Λαμβάνει ένα επίδομα για το ότι είναι άνεργος.
02

αδόμητος, άδειος

sin ocupar y vacío
Παραδείγματα
Buscan un local desocupado para abrir su nuevo restaurante.
Ψάχνουν ένα ακατοίκητο χώρο για να ανοίξουν το νέο τους εστιατόριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store