Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desocupado
01
άνεργος, χωρίς εργασία
sin trabajo remunerado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desocupado
συγκριτικός βαθμός
más desocupado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desocupado
αρσενικό πληθυντικό
desocupados
θηλυκό ενικό
desocupada
θηλυκό πληθυντικό
desocupadas
Παραδείγματα
Está desocupado desde que cerró la fábrica.
Είναι άνεργος από τότε που έκλεισε το εργοστάσιο.
02
αδόμητος, άδειος
sin ocupar y vacío
Παραδείγματα
El apartamento de al lado está desocupado desde hace un mes.
Το διαμέρισμα δίπλα είναι ακατοίκητο εδώ και ένα μήνα.



























